Ρήγμα /ˈriŋma/ Noun

English
breakthrough
한국어
돌파구

Example

  • Η ομάδα πέτυχε μια μεγάλη **διάρρηξη** στην έρευνα για τον καρκίνο.
  • The team made a major breakthrough in cancer research.
  • Εδώ το 'διάρρηξη' τονίζει το σπάσιμο ενός εμποδίου.