Διαβεβαιώνω /ðiaveˈviono/ ΡήμαEnglishassure한국어안심시키다ExampleΣε διαβεβαιώνω (εγγυώμαι / πιστεύω / ορκίζομαι) ότι τα δεδομένα είναι ασφαλή.I assure you that the data is secure.Το 'Σε διαβεβαιώνω' είναι η πιο άμεση και ζεστή μετάφραση.