Δόγμα / Αρχή /ˈðoɣma/ Noun
- English
- doctrine
- 한국어
- 교리
Example
- Το **δόγμα** της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας είναι θεμελιώδες για το Σύνταγμα του Ηνωμένου Βασιλείου.
- The doctrine of parliamentary sovereignty is central to the UK constitution.
- Εδώ το «δόγμα» είναι ο κεντρικός, αδιαπραγμάτευτος κανόνας.