Δομικός /ðo.miˈkos/ Adjective
- English
- structural
- 한국어
- 구조적인
Example
- Η καταιγίδα προκάλεσε σημαντική δομική βλάβη στην οροφή. [Δομικός / Κατασκευαστικός / Θεμελιώδης] — της: Η καταιγίδα προκάλεσε σημαντική δομική βλάβη στην οροφή.
- The storm caused significant structural damage to the roof.
- Εδώ τονίζεται η φυσική ακεραιότητα του κτιρίου.