δόντι /ˈðonti/ Noun

English
tooth
한국어
이(치아)

Example

  • Μόλις έβγαλα ένα [δόντι] στον οδοντίατρο.
  • I've just had a tooth out at the dentist's.
  • Η λέξη 'δόντι' χρησιμοποιείται παντού, ακόμα και για τον πληθυντικό.