δόση /ˈdo.si/ Ουσιαστικό

English
dose
한국어
복용량 / 한 방

Example

  • Ο γιατρός ρύθμισε τη [δόση] για να ελαχιστοποιήσει τις παρενέργειες.
  • The doctor adjusted the dose to minimize side effects.
  • Η δόση είναι πάντα ακριβής μέτρηση.