Δρόμος /ˈðromos/ NounEnglishroad한국어길ExampleΗ κεντρική λεωφόρος έκλεισε για έργα. [Οδός / Λεωφόρος / Πορεία]The main road was closed for repairs.Ο 'δρόμος' είναι η πιο κοινή λέξη για την αστική οδό.