ισχύς /iˈsci/ NounEnglishpower한국어힘ExampleΟ Πρόεδρος έχει τη **δύναμη** να βάλει βέτο στους νόμους.The president has the power to veto laws.Εδώ η «δύναμη» είναι η επίσημη εξουσιοδότηση.