δύο φορές /ˈðio forˈes/ AdverbEnglishtwice한국어두 번ExampleΈχω επισκεφτεί το Τόκιο **δύο φορές** (δις / διπλά) — η πόλη είναι μαγική.I have visited Tokyo twice.Η πιο συνηθισμένη έκφραση για απλή επανάληψη.