Ακμή / Πλεονέκτημα /ɛdʒ/ Noun
- English
- edge
- 한국어
- 가장자리 / 우위 / 날카로움
Example
- Έσφιξα την **ακμή** του γραφείου μου για να σταθεροποιηθώ.
- I gripped the edge of my desk to steady myself.
- Εδώ το 'άκρη' είναι πιο κυριολεκτικό, αλλά το 'ακμή' δίνει μια πιο έντονη αίσθηση του ορίου.