εφεύρεση /efˈevrɛzi/ NounEnglishinvention한국어발명ExampleΤο τηλέφωνο ήταν μια **εφεύρεση** που άλλαξε τη ζωή μας. (δημιούργημα / καινοτομία / πρωτοτυπία)The telephone was a life-changing invention.Η λέξη τονίζει την πρωτοτυπία της ιδέας.