Συντονισμός /sindoˈnismos/ Noun
- English
- alignment
- 한국어
- 정렬 (Alignment)
Example
- Η **ευθυγράμμιση** (αστρονομική διάταξη / σύμπτωση / ταύτιση) του Ήλιου, της Σελήνης και της Γης προκάλεσε ολική έκλειψη.
- The alignment of the sun, moon, and earth caused a total eclipse.
- Εδώ χρησιμοποιείται η πιο τεχνική/φυσική έννοια.