Ευτυχία /ef.tiˈçi.a/ Noun

English
happiness
한국어
행복

Example

  • Χαμογέλασε με καθαρή [ευτυχία] (μακαριότητα / ευδαιμονία / χαρά) — σαν να βρήκε το χαμένο της κλειδί.
  • She smiled with pure happiness.
  • Η «ευτυχία» εδώ είναι η σταθερή, εσωτερική κατάσταση.