εγχείρημα /enˈtʃirɪma/ Noun

English
venture
한국어
과감한 시도

Example

  • Η καταστροφική επιχειρηματική **απόπειρα** (εγχείρημα / επιχείρηση / ρίσκο) του κόστισε χιλιάδες.
  • A disastrous business venture lost him thousands.
  • Το «απόπειρα» εδώ τονίζει την αποτυχία, αλλά το «εγχείρημα» είναι πιο ουδέτερο.