εγκατάσταση /eŋkaˈtastasi/ Noun
- English
- installation
- 한국어
- 설치
Example
- Η **εγκατάσταση** του νέου συστήματος θέρμανσης κράτησε δύο μέρες.
- The installation of the new heating system took two days.
- Εδώ το 'εγκατάσταση' είναι η διαδικασία. Είναι η πιο φυσική επιλογή.