Χτύπημα / Εγκεφαλικό /xtípi.ma/ Noun

English
stroke
한국어
획 (획)

Example

  • Η γρήγορη αντίδραση έσωσε τη ζωή της. [Αστραπή / Φλας / Στιγμή] — της: Τι αστραπιαία αντίδραση!
  • What a beautiful stroke!
  • Στον ιατρικό λόγο, το «εγκεφαλικό επεισόδιο» είναι το πλήρες, επίσημο όνομα.