Εγώ /eˈɣo/ Noun
- English
- ego
- 한국어
- 자아 (자존심)
Example
- Το «εγώ» του είναι τόσο μεγάλο που δεν ακούει κανέναν. (Η αλαζονεία / Η ματαιοδοξία / Η περηφάνια)
- He has the biggest ego of anyone I've ever met.
- Εδώ το 'εγώ' λειτουργεί ως ουσιαστικό που περιγράφει την υπερβολική αυτοπροβολή.