ειδικός /iˈðikos/ ΕιδικόςEnglishexpert한국어전문가ExampleΈδωσε μια **ειδική** ερμηνεία στο πιάνο.She gave an expert performance on the piano.Το 'ειδική' εδώ τονίζει την ποιότητα της εκτέλεσης.