Εικασία /ikasiˈa/ NounEnglishspeculation한국어추측ExampleΗ αιτία της πυρκαγιάς παραμένει αντικείμενο [Εικασία / Υπόθεση / Στοχασμός].The cause of the fire is still a matter of speculation.Το 'αντικείμενο εικασίας' είναι η πιο κοινή δομή.