ειλικρινής /i.li.kriˈnis/ Ειλικρινής
- English
- sincere
- 한국어
- 진심
Example
- Εξέφρασε μια [ειλικρινής / ειλικρινή / ειλικρινή] συγγνώμη για την παρεξήγηση.
- She offered a sincere apology for the misunderstanding.
- Η ειλικρίνεια στην απολογία είναι το κλειδί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.