Είμαι /iˈmi/ Verb

English
be
한국어
-이다

Example

  • Σήμερα είναι Δευτέρα.
  • Today is Monday.
  • Στα Ελληνικά, το υποκείμενο (αυτός/αυτή/αυτό) παραλείπεται συχνά.