Είσοδος /iˈsodos/ Noun

English
entry
한국어
입구 (Entrance/Entry)

Example

  • Η **είσοδος** της νικήτριας έγινε με βροντερό χειροκρότημα.
  • She made her entry to the sound of thunderous applause.
  • Εδώ σημαίνει η φυσική παρουσία/άφιξη.