Επείγον /epiˈθon/ NounEnglishemergency한국어비상ExampleΑυτό είναι ιατρική έκτακτη ανάγκη που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση.This is a medical emergency needing urgent treatment.Το 'ιατρική' (medical) συνήθως προηγείται.