Έκκληση / Ελκυστικότητα /ekˈliːsi/ NounEnglishappeal한국어매력ExampleΗ αστυνομία εξέδωσε **έκκληση** για μάρτυρες.The police issued an appeal for witnesses.Η 'έκκληση' είναι η μαγνητική λέξη εδώ.