συνάθροιση /sinaˈθroisi/ Noun

English
congregation
한국어
회중

Example

  • Το Εκκλησίασμα σηκώθηκε για να ψάλει τον ύμνο. (Το πλήθος / Η σύναξη / Η κοινότητα)
  • The congregation stood to sing the hymn.
  • Το 'Εκκλησίασμα' είναι ο πιο άμεσος και συνηθισμένος όρος για την εκκλησιαστική συνάθροιση.