εκρηκτικός /ekriktiˈkos/ Εκρηκτικός

English
explosive
한국어
폭발적인

Example

  • Το χημικό μείγμα είναι εξαιρετικά [εκρηκτικό] (πυροδοτικό / οξύ / φλογερό) — και πρέπει να το χειριστούμε με προσοχή.
  • The chemical mixture is highly explosive.
  • Εδώ τονίζεται η φυσική ιδιότητα.