ατέλεια /a.teˈli.a/ NounEnglishflaw한국어결점ExampleΤο διαμάντι είχε ένα μικρό ψεγάδι — ένα αόρατο ελάττωμα.The diamond had a tiny flaw.Το 'ψεγάδι' είναι πιο ποιητικό για φυσικά αντικείμενα.