ελεύθερος χρόνος /eˈfθimɛros ˈxronos/ Noun
- English
- leisure
- 한국어
- 여가
Example
- Τις μέρες μας έχουμε περισσότερα χρήματα και περισσότερη [Ελεύθερος χρόνος] για να το απολαύσουμε.
- These days we have more money and more leisure to enjoy it.
- Το 'Ελεύθερος χρόνος' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.