ελίτ /iˈlit/ NounEnglishelite한국어엘리트ExampleΗ πνευματική [η ελίτ / η αφρόκρεμα / οι εκλεκτοί] συγκεντρώθηκε για να συζητήσει τη νέα πολιτική.The intellectual elite gathered to discuss the new policy.Εδώ τονίζεται η πνευματική υπεροχή.