έλλειμμα /ˈelima/ Noun

English
deficit
한국어
적자 (赤字)

Example

  • Η εταιρεία παρουσιάζει τεράστιο **έλλειμμα** στον προϋπολογισμό της.
  • The company is running a massive budget deficit.
  • Εδώ το «έλλειμμα» είναι το κενό μεταξύ εσόδων και εξόδων.