Ελπίζω να /elˈpiːzo/ Adverb

English
hopefully
한국어
~했으면 좋겠다

Example

  • Ελπίζω ότι θα φτάσουμε πριν νυχτώσει.
  • Hopefully, we'll arrive before dark.
  • Η πιο φυσική δομή: 'Ελπίζω ότι' + Υποτακτική/Ευκτική.