έμπορος /emˈporos/ Noun

English
merchant
한국어
상인

Example

  • Ο έμπειρος έμπορος (ο εμποράκος / ο μεταπράτης / ο πραματευτής) επιμελήθηκε μια συλλογή σπάνιων κρασιών.
  • The wine merchant curated a selection of rare vintages.
  • Η λέξη 'έμπορος' φέρει μια αίσθηση κύρους και ιστορίας.