Φανερός /fa.neˈros/ Εμφανής

English
apparent
한국어
분명한

Example

  • Η αφοσίωσή τους ήταν **εμφανής** σε όλους όσους τους παρακολουθούσαν.
  • Their devotion was apparent to all who watched them.
  • Εδώ τονίζει την ορατή εκδήλωση του συναισθήματος.