έμπειρος /emˈbiros/ Εμπειρος
- English
- experienced
- 한국어
- 경험이 많은
Example
- Είναι μια έμπειρη δασκάλα με δέκα χρόνια στην τάξη.
- She is an experienced teacher with ten years in the classroom.
- Η λέξη 'έμπειρη' εδώ τονίζει την πρακτική γνώση, όχι μόνο τη θεωρητική.