εμπόρευμα /emboˈrevma/ Noun
- English
- commodity
- 한국어
- 상품
Example
- Το πετρέλαιο, ο χρυσός και το σιτάρι είναι τα πιο διαπραγματεύσιμα εμπορεύματα.
- Oil, gold, and wheat are the most traded commodities.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο όρος για να δηλώσει τη φύση τους ως τυποποιημένα traded assets.