εν μέρει /en mɛrˈi/ AdverbEnglishpartly한국어부분적으로ExampleΗ αποτυχία οφειλόταν **εν μέρει** στην κακή τύχη.The failure was partly due to bad luck.Το 'εν μέρει' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.