Ενδιαφέρον /enðiafɛˈɾon/ NounEnglishinterest한국어관심ExampleΈχει βαθύ **ενδιαφέρον** για την εξερεύνηση του διαστήματος.She has a deep interest in space exploration.Το «βαθύ» τονίζει την ένταση.