Ενδιαφέρον /enðʝaˈfɛrɔn/ Ενδιαφέρων
- English
- interesting
- 한국어
- 흥미롭다
Example
- Το άρθρο εγείρει μερικά ενδιαφέροντα ερωτήματα. (Εγείρει / Θέτει / Προκαλεί)
- The article raises several interesting questions.
- Το ρήμα 'εγείρω' ταιριάζει πολύ καλά με αφηρημένα θέματα.