Σκεπτικό /konˈsept/ Noun

English
concept
한국어
개념

Example

  • Η **έννοια** της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι κεντρική στην αποστολή τους.
  • The concept of social justice is central to their mission.
  • Εδώ η 'έννοια' είναι η πιο επίσημη και ακριβής επιλογή.