ένοχος /ˈɡɪlti/ Adjective

English
guilty
한국어
죄책감

Example

  • Και ο Ματ και η Χρύσα φάνηκαν εξίσου **ένοχοι**.
  • Matt and Chrissy both looked equally guilty.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός.