Δικαιολογητικό (ως αιτιολόγηση) / Ένταλμα (ως νομική εντολή) /ˈwɒrənt/ Ουσιαστικό
- English
- warrant
- 한국어
- 정당화하다 / 영장
Example
- Η αστυνομία εξασφάλισε [απόσπασμα/απόσπασμα/απόσπασμα] έρευνας για το διαμέρισμα του υπόπτου.
- The police obtained a search warrant for the suspect's apartment.
- Στην Ελλάδα, το 'ένταλμα' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για έρευνα ή σύλληψη.