Μπαίνω /baɪˈno/ Verb

English
enter
한국어
들어가다

Example

  • Χτύπα πριν [μπαίνω] (χτυπώ / χτυπάω / κτυπώ) — χτύπα πριν μπεις.
  • Knock before you enter.
  • Το «μπες» (τελική μορφή) είναι πιο άμεσο εδώ.