Ενθουσιασμένος /enθusiazˈmenos/ Adjective
- English
- excited
- 한국어
- 설레다
Example
- Τα παιδιά **ανυπομονούσαν** (χτίζουν / δημιουργούν / ξεκινούν) να ανοίξουν τα δώρα τους.
- The children were excited to open their presents.
- Η ανυπομονησία είναι πολύ οικεία στα παιδικά συναισθήματα.