εντολή /ˈmæn.deɪt/ Noun
- English
- mandate
- 한국어
- 의무 사항 (Mandate)
Example
- Η κυβέρνηση κέρδισε σαφή [ΕΝΤΟΛΗ] για να μεταρρυθμίσει το φορολογικό σύστημα.
- The government won a clear mandate to reform the tax system.
- Εδώ η «εντολή» φέρει το βάρος της λαϊκής βούλησης.