έντονος /ˈen.do.nos/ ΕντονοςEnglishintense한국어강렬하다ExampleΌλοι υποφέραμε από την **έντονη** ζέστη.We were all suffering in the intense heat.Η 'έντονη' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για καιρικά φαινόμενα.