Ενσωμάτωση /endzoˈmaːtisi/ Noun

English
integration
한국어
통합

Example

  • Η ενσωμάτωση [ενσωμάτωση / ένταξη / ταύτιση] των νέων εργαζομένων στην κουλτούρα της εταιρείας είναι προτεραιότητα.
  • The integration of new staff into the company culture is a priority.
  • Εδώ τονίζεται η κοινωνική και πολιτισμική αποδοχή.