Νομός /ˈkaʊnti/ Noun
- English
- county
- 한국어
- 군(郡)
Example
- Οι αγροτικές [Επαρχίες] δυτικά του Μισισιπή είναι αραιοκατοικημένες.
- The rural counties west of the Mississippi are sparsely populated.
- Εδώ το 'Επαρχία' λειτουργεί ως η πιο άμεση, αν και λίγο παλιομοδίτικη, αντιστοιχία.