Επέκταση /epékta.si/ Noun
- English
- expansion
- 한국어
- 확장
Example
- Η εταιρεία ανακοίνωσε μια μεγάλη **επέκταση** των καταστημάτων της. [Διεύρυνση / Εξάπλωση / Άνοιγμα] — της: Η εταιρεία ανακοίνωσε μια μεγάλη επέκταση των καταστημάτων της.
- The company announced a major expansion of its retail operations.
- Εδώ τονίζεται η γεωγραφική ή εμπορική αύξηση.