επιφάνεια / επιφανειακός /epifaˈnjandikos/ NounEnglishsurface한국어표면ExampleΗ επιφάνεια της λίμνης ήταν γαλήνια, σαν καθρέφτης. (Επιφάνεια / Γαλήνη / Καθρέφτης)The surface of the lake was calm.Η 'επιφάνεια' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.