ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ / ΑΠΟΘΕΜΑ / ΚΡΑΤΩ /rɪˈzɜːrv/ NounEnglishreserve한국어예약하다 / 남겨두다ExampleΗ χώρα έχει τεράστια **αποθέματα** πετρελαίου.The country has large oil reserves.Εδώ το 'απόθεμα' (pl. αποθέματα) είναι το σωστό για φυσικούς πόρους.